Top Definition
a long hairy creature; a combination of a llama and a worm. Llamaworms are, occasionally, in love with random people and call their lovers 'adma'.
llamaworm - hi adma
person - EW WTF -beats llamaworm with bag of meat-
από Llamaworm Yesmen 14 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×