To send multiple text messages, from different people, that contain the message "lololololol"...etc. at the same time.
Dude, we totally Lolbombed James and his phone crashed!
από JWDevine 17 Οκτώβριος 2008
lolbomb - verb

An explosion of laughter. Like the "f-bomb" but with a ligher/less hostile meaning.
I said a funny joke and everyone just dropped the lolbomb
από Gene07 19 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×