Top Definition
A traveller / gypsy / pikey word, meaning a loose woman.
Traveller1: Who's that lass that was in your caravan with Selma?

Traveller2: Oh that's a loodney that is, Sophie's her name. Pure loodney pal.

Traveller1: Aw aye!
από LolItsMeJim 26 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×