An individual who is the tragic mix of loser and weirdo.
Isabelle lost her job at the lottery ticket factory because she was experimenting with scratch-n-sniff compounds that smelt like old men. What a loodo.

or

I’d totally give your brother a blumpkin if he wasn’t such a loodo.
από Eric Chao 2 Φεβρουάριος 2009

5 Words Related to Loodo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×