Top Definition
The same as looking except that you stretch your neck forwards to get a better view of what you are trying to look at.
Barbara really had to loonk hard to see George's penis.
από Randy McKnob 19 Αύγουστος 2008
1 more definition
Skeeting inside of the anus.
Bobby loonked in Cathy.
Loonking is a part of life.
από SweetnessInThePank 9 Δεκέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×