Top Definition
A person (most likely femalien) who adores lotion. They put it on their hands every two minutes. They hate having dry hands. It grosses them out.
Erin: Oh My Gosh. Look at that girl put on lotion. I can see her back up lotion bottle. She is such a LotionWhore.
από BexCa 10 Μάρτιος 2009
7 Words related to LotionWhore

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.