Top Definition
A person who talks with a volume so high that as if he or she is screaming. A person who talks loudly.
My aunt is such a loud talker that I can hear her voice from where I am in the living room.
από lub lub 14 Ιούνιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×