Top Definition
Luloff: a family, or group of people, living in the country, on land past from one generation to the next. or that would be thought of as hippies.
Being the therd generation to live on the same land, with the same group of people (Luloffs), in an economical, and enviromentaly consious way.
από i am a luloff. 8 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.