Top Definition
N. (noun) One who constantly lurks other people. Most commonly on social networking sites, but may entail broader lurking activities.
Hey Lurk Skywalker, stop creeping my facebook.
#lurking #creeping #stalking #stalker #criddler
από johnnymyers 16 Νοέμβριος 2009
5 Words related to Lurk Skywalker
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×