Top Definition
A cross between a lurker and a looter.

A person who lurks by a shop waiting for a riot to start so they can loot a load of stuff.
Person 1: You gonna go in that shop mate?

Person 2: Nah I'm just lurting, a need a new xbox.

Person 1: oh, damn Lurter.
από Ameliathe1 13 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.