1. the husbands or man whores of a polygamous woman
2. the part of the household where the husbands or man-whores reside
Wow, Shawna sure has a large maren, she must have lots of energy.

I am thinking about redecorating the marem.
από honey.trap 12 Μάρτιος 2013
A group of male concubines. Male version of harem.
Madonna's marem of hot 20 something year old male models is something to be proud of.
από hopelizly 22 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×