Top Definition
MICA = "mental impairment, chemical addiction" treatment program. A "MICA biker" is the guy riding on the city sidewalk or the wrong way on the street, without a helmet, on an old ten-speed that is often a woman's bicycle.
"Hey, looks like that bus is about to crush that MICA biker."
από chriswouldvelikedthis 10 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×