Top Definition
MIKAEL M: cool kid who lives on an island in washington, all the girls at school love him. Part of the group KTSP X2.
whatever KTSP, MIKAEL M beat her up!
από santa91 17 Ιανουάριος 2008
5 Words related to MIKAEL M

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×