To bother or annoy someone or something
"Man these exams have been magging on me all day!"
από MagginAndHustlinAllDayErday 21 Δεκέμβριος 2009
something that bothers or annoys someone else. To frustrate someone
"That teacher has been magging on me all year long."
από HustlingErday 21 Δεκέμβριος 2009
1. Vomiting (see magged
2. Screwing something up
I'd carry him home, but he's too busy magging in the toilet
-
Man, I just magged that test!
από Anonymous 18 Μάιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×