Top Definition
A chemistry between two people that doesn't need a definition.
My boo radley makes magnagamous mustard that noone else will taste but me.
#jason #deborah #obsessive compulsive #needy #and impatient
από Jason Risinger 14 Ιανουάριος 2008
5 Words related to Magnagamous
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×