Mahle, plural (mahlechi), Originates from Latin meaning Gay/Homo sexual. A mahle is a person who is a really flamboyant and/or elaborate gay who stalks and watches teenage males in the night time and never goes out during the day(nocturnal).
1."Children, be careful when you go out, i hear there is a group of mahlechi on the loose.

2."Quick! Call the police, theres a mahle trying to break in.
από Fag hater2 1 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×