Top Definition
(Adjective) To feel upset or sorrowful, or reflective upon one's sorrows, a dull or empty emotion, melancholy.
Yesterday I had a fight with my biffle, and it made me feel malactuous.

I didn't get much sleep last night, so I woke up feeling quite malactuous
από lolworthybastard 21 Νοέμβριος 2009
5 Words related to Malactuous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.