Top Definition
The act of trying to electronically unlock the passenger door of a vehicle, while the person outside simultaneously lifts the handle, causing both actions to cancel each other out.
"Dude... WAIT... stop lifting the door handle, it's causing malunlocktion! geez..."
#door #unlock #malunlocktion #malunlockion #malunloction #handle #lock #cancel
από BrianTheGreat 19 Φεβρουάριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×