Top Definition
(verb) To be ruthlessly bummed by an older pupil; slam-dunked by an elder student
When Charles was in the 3rd year he was "Malvernised" good and proper by many of the elder boys.

Young man, I'm going to "Malvernise" you. I'm going to "Malvernise" you like you'll never forget.
από magic malverniser 16 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.