1.) See Spanish word "Mamon".

2.) Idiot, asshole, moron, fucker.

3.) To fuck around. Act stupid.
That guy is such a mamer.

Charlie is maming again.
από SUPERDAVE 13 Μάρτιος 2003
A videogamer who uses the emulator known as MAME (Multipe Arcade Machine Emulator)
I agree with my fellow MAMEr's that street fighter II will always be the greatest fighing game.
από Ad24 22 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×