Top Definition
Man Slip (adjective): To become unable to control sexual release.
When Matt was waiting to go into the club he saw a very attractive man and had a man slip.
από PW87 12 Φεβρουάριος 2009
1 more definition
the unexpected sexual releif aka premature ejaculation
whilst paul lay next to the squirrel he had a manslip
από rrdwave 19 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×