Top Definition
The act of (typically a man) fantasizing about another man, whether sexual or otherwise. Often the result of a Bromance or Mancrush
"Wow bro, I was totally Mantasizing about you last night dude."
"uhh...nahh..."

"Go Mantasize about him. You guys are friends, and he'll probably like it."
από TheObsticle 7 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×