Top Definition
Cash paid to a male prostitute, usually for deviant homosexual behavior.
"Last night was off the hook. That shit was Mark-Money spent right."

"I blew my Mark-Money on Tuesday."
από Larry Sabato 20 Οκτώβριος 2006
10 Words related to Mark-Money

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×