Top Definition
Mauded (adjective): Describes the process of getting verbally and intelligently smacked down/burned.
Haha, that chick got totally and utterly mauded by her!
από avaadora89 28 Μάιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×