Top Definition
The act of masterbating while using mayonnaise as a lubricant.
Sonia was caught mayobating on Tom's bed, She was using Heinz mayonnaise.
#lubricant #mayo #masterbation #mayonnaise #vaseline
από Phaenixdrools 28 Μάρτιος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×