Top Definition
Mc.Dougall: Adj. (f)
(1) To be "Straight up gangster".
(2) To be tuff to an unnatural degree.
see Dougalling
"The Kings are so Mc.Dougall, they'd bust a cap in yo ass without a second thought!"
από Knoxycotin 23 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×