Top Definition
1) To be beaten up whenever you aggravate/talk to/see, breathe in the vicinity of people.

2) To be violently attacked in any situation, including those in which you aren't actually involved in
I yelled at some chavs the other day but they Mcgregored my mate instead
από CaptainLingo 13 Σεπτέμβριος 2010
2 Words related to McGregored

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.