Top Definition
The act of being pooped on while having non-anal sex with someone.
Tom got McMahoned while having sex with Jessica.
από Faceyfaceyface 21 Φεβρουάριος 2013
1 Word related to McMahoned

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×