Top Definition
The act of tucking one's meat in between the cheeks of their buttocks.

One man crosses his legs so much so his meat is wedged between his loins. Thus, creating a Meat Wedgie.
από Mallowcheeks 14 Απρίλιος 2009
5 Words related to Meat Wedgie

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×