Top Definition
The study or practice of becoming a messiah.
"It is commonly accepted that Jesus spent the first years of his life working alongside his father as a carpenter's apprentice. However, this is untrue. He was attending school for the study of messiatry."
από mitch c 20 Νοέμβριος 2005
7 Words related to Messiatry

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×