1 /verb/
to observe no error.

2 /noun/
without imperfection, flawless in the nature of academia

History: originally developed within the lexicon of Penn State alumnus, it's been heard as far as southern Ontario, Canada.
1. Rebecca totally micalun'd that essay!
2. Tom: Hey man, did you see the Nittany Lions' touchdown?
Bob: Yeah, that was micalun.
από M.j.D 22 Μάρτιος 2008

5 Words Related to Micalun

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×