Top Definition
MI-HALL-EK - Noun.

1. a well hung man, usually of European descent.
2. a man with large penis.
1. Last night I was with a Michalek. I had to limp home I was hurting so much.
2. I could barely understand what the Michalek at the bar was saying. But I never orgasmed like that before.
από b-mac247 28 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×