Top Definition
A pharmaceutical tablet.

Used to placate and dominate unsuspecting people.
OMG! I think someone put a Mikadon in my cup of Milo yesterday. I was so chilled out I didn't even care when Lamb Hands dropped one so big it made everyone pass out.
από Dule 12 Αύγουστος 2007
4 Words related to Mikadon

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×