Top Definition
To stick ones index fingers up one's bottom so that it looks like a mikado stick , all pooey
'Hey lets get our mikados on'
από jdrtttttttttgt 5 Μάιος 2009
1 more definition
Mikado (unknown). State of being relating to the "speed of the night". As coined by Dave Rodgers.

also,

an operatic work of the same name
speed of the night - mikado
από ash+liz 30 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×