Top Definition
A disgusting undistinguishable substance usually found in old drain pipes, but used to describe any unknown sludge and/or grime resulting from prolonged accumulation due to lack of cleaning.
"The plumber stated that the drains were slow because the pipes were filled with Mikafungus"
από chopper 14 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×