Top Definition
n. A person who is one of the coolest and elite people that hang out on the IRC network of Sysnode.

adj. Used to describe how radical, awesome or cool something can be.
Mikal is great.

Jesus whiz, man. That's so Mikal.
από Mikal S. 27 Απρίλιος 2005
A person who is awesome in all ways, shapes, and forms. A person superior to all, and inferior to none.
He acts like such a Mikal.


I wish I was Mikal.
από Crazy With Style 17 Ιούλιος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.