Top Definition
Someone that hates or dislikes men or boys.
Someone that practices misandry is called a misandrist.
από FeministLauren 24 Φεβρουάριος 2013
1 more definition
n. 1. One who hates men. 2. Advocate of denial of rights or social status to men.
The children were denied access to their father because the judge is a misandrist.
από Mystikan 19 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×