Top Definition
The ungodly obsession with the almighty dollar. Taken from the root word monotheism or monotheistic with the part mono (meaning one) removed to denote that when your talking about money, one is never enough.
Benjamin has converted to moneytheism because his spiritual wealth failed to produce interest.
από Skrow 21 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×