Top Definition
verb. The act of riding a motorcycle in such a way that it builds a monstrous faith in one's own skills and furthers their abilities by pushing them to their limits.
I named my motorcycle motomonstruction 'cause that's the attidude I carry with it.
από bethness 31 Ιούλιος 2006
5 Words related to Motomonstruction

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×