nap•va•na

noun, \nap-ˈvä-nə

1: the transcendent state of utter bliss experienced during or immediately following an afternoon nap
2: the joyous, stress-free place one visits while dozing -- especially during periods of intense studying
While relaxing on the warm sands of Paradise Cove, I discovered napvana.
από T • Roy 12 Σεπτέμβριος 2013
A blissful state of mind that is attained following a peaceful nap
Yo that nap was so amazing, I think I just reached napvana!
από coolbean44 10 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×