Top Definition
Nangere (adj.) A simple combination of the words nice and dangerous, is actually the root word for lingerie which, as we all know, is the original intersection of naughty and nice.

(pronounced 'non-jur-eh')
You can't resist a man that is so nangere.
από jamminjspitz 7 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×