Top Definition
To engage in autoerotic stimulation before a nap, often to induce a deeper state of sleep.
Jack was done with class for the day and his roommate was out of town, so he took a nap with benefits. Wake him up for dinner.
από Daniel V 25 Αύγουστος 2007
5 Words related to Nap with benefits

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×