Top Definition
When a person masterbates before going to bed to help them fall asleep.
Jimmy was having trouble falling asleep, so he napturbated (masterbated) to help him fall asleep.
από boozecean 9 Μάιος 2009
5 Words related to Napturbate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.