Top Definition
Naranate; Naranating; Naranated; Naranates

Verb; talk while you are pissing.
He naranates with his friends.
While naranating, Mike scratches his butt.
από the_tedster 19 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×