Top Definition
To fall asleep quickly, with no verbal warning, usually when previously with a group of people. Origin is from the disease narcolepsy.
Where is that guy? Did he just go narc out somewhere?
από E. Michael Wood 10 Ιούλιος 2008
5 Words related to Narc out

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×