Top Definition
To have sex with a clone of one's self.
I practice narcibation on my clone quite thoroughly. It's hard not to, I'm too damn sexy.
από LtNooblet 31 Δεκέμβριος 2009
4 Words related to Narcibation

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×