Top Definition
n. (nar-KOK-tail) General term to describe the mixture of controlled substances in a person's bloodstream at any given moment; usually most potent sometime between last call and whenever he finally passes out.
Call your connect so we can have some narcocktails and stay awake all weekend.
#narcotic #cocktail #drugs #candyflipping #coke
από Curt McGirt 14 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to Narcocktail
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×