Top Definition
A person addicted to the simultaneous consumption of both narcotics and alcohol.
Jim would snort cocaine and drink whiskey at every time opportunity. His friends joked that he suffers from Narcoholism.
από Keko Jones 16 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×