Verb- To Smoke weed or get high in any way. Edibles, Weed, Tinctures, hashish, etc.
To nazzle ganja is to perform an act of the holiest divinity.
από NHCS 5 Ιανουάριος 2011
the metal wires equipped around the bowl of an acrylic bong, that allow easy pull-out without burning a smoker's fingers.
That bong doesn't come with nazzles on it, but you could make some out of a paperclip.
από matt the gat moriarty 27 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×