Top Definition
(n) A human that does not look evolved and has a more primitive, ape-looking face as if they were part Neanderthal. Usually caused by chain smoking for an extended amount of years.
"Becky, a Neanderman, was captured today by scientists mistaking her for the missing link."
από Johnathan Thunder 24 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Neanderman

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×